Ιστορική καταδίκη Τουρκίας: Δικαίωση για Οικουμενικό Πατριαρχείο – Ανατρέπει πρακτική 100 ετών

Μια ιστορικής σημασίας απόφαση εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), δικαιώνοντας δύο Έλληνες Ορθόδοξους κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και καταδικάζοντας την Τουρκία για την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η υπόθεση αφορά τον αποκλεισμό τους από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων (βακουφίων) στην Κωνσταντινούπολη. Συγκεκριμένα, ο Νικόλαος Μαυράκης (με το ιερατικό όνομα Γεννάδιος) και ο Γεώργιος Κασάπογλου εξελέγησαν το 2011 στα διοικητικά συμβούλια του ελληνορθόδοξου ιδρύματος της Εκκλησίας της Αναλήψεως Υψωμαθείων. Παρά την υποβολή του σχετικού πρακτικού εκλογής, η Γεννή Διεύθυνση Βακουφίων της Τουρκίας αποφάσισε το 2012 τη διαγραφή τους, υποστηρίζοντας ότι η ιερατική τους ιδιότητα τους στερεί το δικαίωμα ανάληψης διοικητικών καθηκόντων, επικαλούμενη μια ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης. Παρά το γεγονός ότι το 2008 είχε υπάρξει ειδική συμφωνία μεταξύ των τότε υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Ντόρας Μπακογιάννη και Αμπντουλάχ Γκιουλ, για τη διεξαγωγή εκλογών στα μη μουσουλμανικά βακούφια, οι τουρκικές αρχές επέμεναν στην πρακτική να αναγνωρίζουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αποκλειστικά σε λαϊκά μέλη της κοινότητας.
Οι δύο κληρικοί προσέφυγαν άμεσα στη δικαιοσύνη, και παρόλο που δικαιώθηκαν σε πρώτο βαθμό με το σκεπτικό ότι ο Κανονισμός Βακουφίων δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η έφεση της Γενικής Διεύθυνσης οδήγησε σε μια δικαστική διαμάχη που διήρκεσε περίπου μία δεκαετία. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας και το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, το οποίο το 2024 αναγνώρισε μεν την παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω των υπερβολικών καθυστερήσεων, αλλά απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας του δικαιώματος εκλογής των κληρικών. Κατόπιν αυτού, οι θιγόμενοι προσέφυγαν στο ΕΔΑΔ, το οποίο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση τόσο της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι όσο και της θρησκευτικής ελευθερίας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τουρκικές αρχές στερούνταν σαφούς, προσβάσιμης και προβλέψιμης νομικής βάσης που να δικαιολογεί την παρέμβασή τους, ενώ παράλληλα επιδίκασε αποζημίωση 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα και επέβαλε στην Τουρκία την κάλυψη των δικαστικών εξόδων.
Την υπόθεση έφεραν εις πέρας οι δικηγόροι Πάρις Ασανάκης και Στέφανος Σταύρου, με τον κ. Ασανάκη, νομικό σύμβουλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να χαρακτηρίζει την απόφαση ιστορική καθώς ανατρέπει μια κρατική πρακτική 100 ετών. Όπως εξήγησε, οι τουρκικές αρχές ερμήνευαν αυθαίρετα τη Συνθήκη της Λωζάνης, θεωρώντας ότι ο περιορισμός του Πατριαρχείου στα πνευματικά του καθήκοντα στερούσε από τους ιερείς το δικαίωμα να ασχολούνται με τα κοινά της ομογένειας. Επικαλούμενος και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπογράμμισε ότι μεταγενέστερα διεθνή κείμενα, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στα οποία έχει προσχωρήσει η Τουρκία, προστατεύουν τα μειονοτικά δικαιώματα και δεν επιτρέπουν τέτοιους περιορισμούς, ούτε ως προς τη χρήση του όρου «οικουμενικός», ούτε ως προς τα πολιτικά δικαιώματα των κληρικών.
Η βασική τομή της απόφασης του ΕΔΑΔ έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ρητά πως η στάση της Τουρκίας προσέβαλε άμεσα την ίδια τη θρησκευτική ελευθερία και όχι απλώς διοικητικά ή περιουσιακά ζητήματα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απομάκρυνση των κληρικών λόγω της ιδιότητάς τους συνιστά παρέμβαση στον πυρήνα της θρησκευτικής τους ταυτότητας, ξεκαθαρίζοντας ότι ένας θρησκευτικός λειτουργός δεν χάνει τα δικαιώματα του πολίτη. Επιπλέον, το ΕΔΑΔ συνέδεσε άμεσα τη θρησκευτική ελευθερία με τον πλουραλισμό και την κοινωνική συνοχή μιας δημοκρατικής κοινωνίας, τονίζοντας ότι οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν το δικαίωμα να οργανώνουν τη διοίκηση και την περιουσία τους με τη συμμετοχή όλων των μελών τους. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό νομικό προηγούμενο, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συμμετοχή των κληρικών στις μελλοντικές εκλογές των ομογενειακών ιδρυμάτων της Κωνσταντινούπολης, ενώ αναμένεται να επηρεάσει θετικά και άλλες παρόμοιες προσφυγές κληρικών που εκκρεμούν αυτή τη στιγμή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.