Περί αναστολών και καταργήσεων σχολικών μονάδων στη Θράκη

Σε μείζον «διπλωματικό θέμα», εξελίχθηκε η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας για τις αναστολές Μειονοτικών Σχολείων στην Θράκη, αλλά το ζήτημα εγγραφών στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο Ξάνθης.

Σε συνέχεια του ρεπορτάζ της «Θ» και τις δηλώσεις του Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και βουλευτή Ν.Δ κου Άγγελου Συρίγου, ζητήσαμε από την Δ/ντρια Α’ Βάθμιας Εκπ/σης Ξάνθης κα Εύη Στυλιανίδου, να μας εξηγήσει διευκρινιστικά τα ισχύοντα περί αναστολών και περί καταργήσεων σχολικών μονάδων, είτε πρόκειται για μειονοτικές, είτε για Δημόσιες.

Η ίδια δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξε καμία προσπάθεια μείωσης των εγγραφέντων μαθητών στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο, ενώ αναφέρεται και στον διοικητικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε, όπου και διαπιστώθηκαν επτά παράτυπες εγγραφές.

Αναλυτικότερα, η κα Στυλιανίδου, επισήμανε αρχικά στην «Θ» τα εξής:

«Η μεγάλη αλήθεια βρίσκεται στους αριθμούς των παιδιών που υπάρχουν σε διάφορους οικισμούς. Το πρώτιστο μέλημα της Υπηρεσίας μας και του Υπουργείου Παιδείας, είναι να παρέχουμε την εκπαίδευση με ίση αντιμετώπιση όλων των μαθητών στην Περιφερειακή Ενότητα Ξάνθης. Όταν σε έναν οικισμό έχουμε μια εκπαιδευτική μονάδα, θα πρέπει να έχει έναν ελάχιστο αριθμό μαθητών. Αυτός, για τα Νηπιαγωγεία είναι 5 μαθητές, για τα Μειονοτικά διθέσια Σχολεία 9 μαθητές, ενώ για το Δημόσιο μονοθέσιο είναι 10 μαθητές και για διθέσιο 15 μαθητές. Αυτό εκ πρώτης δείχνει την πολύ ευνοική μεταχείριση και αντιμετώπιση των παιδιών της μειονότητας, στα διθέσια Μειονοτικά Σχολεία και αυτό θα έπρεπε να είναι ένας κανόνας που να τηρείται σε απομακρυσμένους οικισμούς και σε μικρά σχολεία όπου οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και όχι σε μικρότερα, πεδινά, που έχουν δίπλα μεγάλους οικισμούς. Όμως σε κάθε περίπτωση, στο θέμα των αναστολών όταν οι μαθητές είναι λιγότεροι από το προβλεπόμενο όριο, το σχολείο μπαινει σε αναστολή και τότε η Ελληνική Πολιτεία αναλαμβάνει να μεταφέρει τους μαθητές δωρεάν από τον οικισμό που κατοικούν στον πλησιέστερο οικισμό, ώστε να φοιτήσουν στην ανάλογη εκπαιδευτική δομή. Επίσης αναλαμβάνει την διάθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού με πολύ συγκεκριμένες και ακριβείς διαδικασίες ώστε να τοποθετηθούν εκεί που οδηγεί το πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη και την δική τους δήλωση για τοποθέτηση».

Κατά πόσο όμως η πολιτεία έχει μεριμνήσει για την καλύτερη δυνατή «αποκατάσταση» των παιδιών που μεταφέρονται σε άλλη-μεγαλύτερη σχολική μονάδα. Σύμφωνα με την κα Στυλιανίδου, όχι μόνον δεν «υστερούνται» κάποιων πραγμάτων, αλλά… ευνοούνται ιδιαίτερα:  

«Όταν ένα σχολείο μπαίνει σε αναστολή, θα πρέπει να φροντίσουμε και τι αφήνουμε πίσω του. Δηλαδή τα βιβλία του σχολείου και το που θα πάνε οι μαθητές. Έτσι ορίζουμε σχολεία υποδοχής που είναι το πλησιέστερο μεγαλύτερο σχολείο. Όταν μπαίνει σε αναστολή ένα Μειονοτικό Σχολείο, έχουμε ως σχολείο υποδοχής, ένα επίσης Μειονοτικό Σχολείο, το οποίο δεν είναι διθέσιο (διότι διθέσια μειονοτικά μπαίνουν σε αναστολή). Θα βρούμε λοιπόν το πλησιέστερο εξαθέσιο Μειονοτικό Σχολείο για να μετεγγραφούν οι μαθητές σε μεγαλύτερη εκπαιδευτική μονάδα, με τα καλύτερα εκπαιδευτικά αποτελέσματα και να διατεθεί και το υλικό και τα βιβλία του σχολείου, ώστε όταν κάποιος θέλει να λάβει αργότερα ένα πιστοποιητικό, να μπορεί να του χορηγηθεί από το σχολείο.

Έτσι, για παράδειγμα, στον Δήμο Τοπείρου επιλέγουμε το μεγαλύτερο σχολείο που είναι της Ηλιόπετρας και στον Δήμο Αβδήρων το μεγαλύτερο σχολείο, που είναι του Σελέρου. Για την ορεινή περιοχή, επιλέγουμε ένα μεγαλύτερο σχολείο όπου είναι πιο κοντά. Με αυτόν τον τρόπο, δηλώνουμε την πρόθεσή μας ώστε οι μαθητές να φοιτήσουν σε ένα εξαθέσιο σχολείο και να μετεγγραφούν σε αυτό. Ταυτοχρόνως δεχόμαστε τους μαθητές σε σχολείο της επιλογής των γονέων, που όμως θα γίνεται με μεταφορά δική τους, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο δρομολόγιο.

Για παράδειγμα, φέτος μπήκε σε αναστολή το Μειονοτικό Σχολείο Αβάτου. Τους δίνεται η δυνατότητα να φοιτήσουν στο Μειονοτικό Σχολείο Ηλιόπετρας και εφόσον το επιθυμούν οι μαθητές μπορούν να φοιτήσουν στο Δημόσιο Σχολείο του Αβάτου. Σε κάθε περίπτωση επιλέγουμε το καλύτερο για τους μαθητές μας. Οι λόγοι που επικαλούνται οι φωνασκούντες σε διάφορα δημοσιεύματα, δεν αφορούν στο Υπουργείο Παιδείας και στις διαδικασίες που ακολουθούμε. Για εμάς, πρώτιστο μέλημα είναι να δώσουμε καλύτερα σχολεία στα παιδιά και την δυνατότητα να επιλέξουν το Μειονοτικό Σχολείο ή το Δημόσιο».

Σε ο,τι αφορά στις δώδεκα αναστολές Μειονοτικών Σχολείων, αλλά και τις διαφορές ανάμεσα στην αναστολή και στην κατάργηση, η ίδια υπογραμμίζει ότι:

«Δεν ήταν για πρώτη φορά. Απλώς ο αριθμός μπορεί να αυξάνεται γιατί κάθε χρόνο οφείλουμε να συμπεριλαμβάνουμε ξανά την απόφαση αναστολών προηγούμενων ετών. Από τις 12 φετινές αναστολές, για πρώτη φορά σε αναστολή θα είναι το Νηπιαγωγείο Άλματος με 1 μαθητή, το Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Τυφλών και Αμβλυώπων με 0 μαθητές, το Μειονοτικό Σχολείο Αβάτου με 7 μαθητές και το Μειονοτικό Σχολείο Βαφέικων με 7 μαθητές. Η απόσταση του Αβάτου από την Ηλιόπετρα, είναι σχεδόν μηδενική. Το ίδιο ισχύει και για τα Βαφέικα, καθώς θα μπορούν να επιλέξουν είτε το Μειονοτικό του Σελέρου είτε το πλησιέστερο σχολείο της Γενισέας.

Επίσης, το Δημόσιο Σχολείο Ολβίου, ήταν σε αναστολή από το 2021-2022 και φέτος δόθηκε κατάργηση. Αυτό σημαίνει ότι δόθηκαν οι οργανικές θέσεις των εκπαιδευτικών σε άλλα σχολεία και ότι οι μαθητές του οικισμού του Ολβίου, θα μπορούν να φοιτούν στο Δημόσιο Σχολείο Τοξοτών. Αντιλαμβάνεστε ότι ήταν πολλά χρόνια σε αναστολή, όπως και το Δημόσιο Σχολείο Δεκάρχου. Αυτά δεν θα τα ξαναδείτε στις αναστολές (όπως δεν συμπεριλαμβάνονταν και στα δώδεκα σχολεία).

Τα Μειονοτικά Σχολεία δεν καταργούνται. Είναι συνεχόμενα σε αναστολή. Μετά τα τρία χρόνια, θα έχουμε κατάργηση οργανικών θέσεων και εκεί, αλλά οποτεδήποτε υπάρξει αριθμός παιδιών στους οικισμούς, θα μπορούν να επαναλειτουργήσουν.  Όταν υπάρχουν μαθητές, αίρεται η αναστολή και τα σχολεία επαναλειτουργούν. Είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια για το Νηπιαγωγείο Κοτύλης και το Νηπιαγωγείο Κεντητής, αλλά επανήλθαν σε καθεστώς αναστολής λόγω έλλειψης μαθητών ή επιλογής των γονέων να μετεγγραφούν οι μαθητές σε διπλανούς οικισμούς.

Είναι αλήθεια ότι δεν μένουμε πολύ συνεπείς στην τριετία για κατάργηση, προκειμένου να δούμε αν θα έχουμε παιδιά που θα προκαλέσουν την επαναλειτουργία τους. Υπήρξε παράδειγμα στον Άγιο Αθανάσιο με 4 μαθητές (πριν 3-4 χρόνια) και το σχολείο έπρεπε να είναι σε αναστολή. Ταυτόχρονα όμως, όταν τα παιδιά πήγαν στους Τοξότες και προστέθηκαν στους φοιτούντες, άνοιξε δεύτερο τμήμα. Άρα δεν μπορεί κανείς να πει ότι γίνεται για εξοικονόμηση πόρων. Ο νομοθέτης θέλει τουλάχιστον 5 παιδιά στο Νηπιαγωγείο, για να είναι μια ομάδα και να υπάρχει κοινωνικοποίηση μεταξύ τους. Και είναι πράγματι παραλογισμός, όπως είπε και ο Καθηγητής κος Συρίγος, να λειτουργήσουμε σχολεία με ένα παιδί».

Τέλος, αναφορικά με το θέμα που προέκυψε στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο Ξάνθης, η κα Στυλιανίδου διευκρίνησε τα εξής:

«Δηλώνω κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξε καμία προσπάθεια μείωσης των εγγραφέντων μαθητών. Δεχόμαστε τους μαθητές εφόσον έχουν τις προϋποθέσεις. Αυτή τη χρονιά, ενδεικτικά έγινε διοικητικός έλεγχος εγγραφών  στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο και διαπιστώθηκαν επτά παράτυπες εγγραφές. Η αναστάτωση που προσπάθησαν να προκαλέσουν εξωθεσμικοί κύκλοι στην διαδικασία λειτουργίας της εκπαίδευσης, δεν θεωρώ ότι είναι δεοντολογικά και θεσμικά σωστή. Εμείς κάνουμε την δουλειά μας. Δεν εξυπηρετούμε άλλα συμφέροντα. Υπηρετούμε το Υπουργείο Παιδείας και την Εκπαίδευση από τον όρκο του διορισμού μας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι η νομιμότητα στις διαδικασίες θα ακολουθείται στο έπακρο και για όλους και βεβαίως δεν ισχύει μόνο για το 1ο Μειονοτικό Σχολείο, αλλά και για άλλες περιπτώσεις. Απλώς η υπηρεσία μας δεν έχει πάντα τις αμέτρητες δυνατότητες να κάνει ταυτόχρονο έλεγχο σε όλα τα σχολεία. Όταν όμως γίνεται έλεγχος και εντοπίζονται παρατυπίες, τότε θα διορθώνονται και θα αποδίδονται οι ευθύνες εκεί που αναλογούν.

Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μαθητές θα εγγραφούν στο σχολείο που αρμόζει, εφόσον τα στοιχεία τους είναι αληθή».

«Θ»