«Παγωνιά» στα οικονομικά των Δήμων…«παγωνιά» και στα σχολεία τον χειμώνα;

Δύσκολα θα αντιμετωπισθούν τα τεράστια κόστη του πετρελαίου θέρμανσης

Σ. Μιχαηλίδης: Χωρίς χρηματοδότηση, δεν θα ανταπεξέλθουμε

Τα υψηλά κόστη του πετρελαίου θέρμανσης, δεν προβληματίζουν μόνο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αλλά και τους Δήμους και ιδιαίτερα αυτούς της Β. Ελλάδας, με αιχμή μάλιστα τα σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που στεγάζουν τα παιδιά μας.

Ακόμη μεγαλύτερο, το ζήτημα θέρμανσης των σχολείων σε ορεινότερες περιοχές, οπού το κρύο είναι «τσουχτερό», την ίδια στιγμή που εκτός από «βαριά» κόστη, προβλέπεται και… βαρύς χειμώνας.

Πως μπορούν να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα κόστη του πετρελαίου θέρμανσης για να ζεστάνουν τα σχολεία τους, οι Δήμοι; Τι εναλλακτικές υπάρχουν; Ποιος θα τραβήξει τελικά τον «αραμπά» φέτος τον Χειμώνα;

Την άποψή του για όλα τα παραπάνω εκφράζει μέσα από την «Θ» ο Δήμαρχος Νέστου και Πρόεδρος της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων ΑΜΘ κος Σάββας Μιχαηλίδης.

ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΣΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΑΣ

Αναλυτικότερα, αναφορικά με το κατά πόσο μπορούν να ανταπεξέλθουν οι Δήμοι από μόνοι τους στα αυξημένα κόστη του πετρελαίου θέρμανσης, ο κος Μιχαηλίδης, επισημαίνει τα εξής:

«Και να θέλουν οι Δήμοι, δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Δεν έχουν καταλάβει ότι οι Δήμοι είναι ένα μέρος της κοινωνίας και δεν μπορούν να συγκρούονται για χάρη οποιασδήποτε κυβέρνησης με την κοινωνία. Το πρόκριμά μας είναι οι δημότες μας, δηλαδή οι κοινωνικές ομάδες. Κανένας Δήμαρχος, εδώ και ανά το πανελλήνιο, δεν θέλει να μεταφέρει τα όποια οικονομικά βάρη στις πλάτες των δημοτών. Αυτό γίνεται με δύο τρόπους, διότι δεν μπορούν να γίνουν μαγικά. Όσοι Δήμοι είχαν μια δυναμική και μια δυνατότητα οικονομικών περιθωρίων, την εξαντλούν στο έπακρο. Σε όσους δεν είχαν και ήταν οριακά, δημιουργούνται τεράστια προβλήματα. Αυτοί οι Δήμοι που ήταν στο όριο, είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού δεν μπορούν να βρουν τρόπο μαγικό, για να ισορροπήσουν αυτήν την τεράστια ενεργειακή αύξηση. Αυτό συνεπάγεται μείωση των υπηρεσιών, ειδάλλως θα πρέπει να μεταφέρουν το όποιο κόστος στις κοινωνικές ομάδες και στους πολίτες, πράγμα που είναι εντελώς απαράδεκτο. Και φυσικά δεν νομίζω ότι θα αποτελούσε ποτέ επιλογή των Δημάρχων. Για παράδειγμα, σε ένα Δήμο όπως ο δικός μας έχουμε 86 ενεργές εσωτερικής καύσης που καταναλώνουν καύσιμα. Όσοι έχουμε κάνει ενεργειακές αναβαθμίσεις σε σχολεία με αντλίες θερμότητος και panels, έχουμε πάρει μια ανάσα. Κάθε Δήμος μπορεί να φέρει τα δικά του παραδείγματα βέβαια, αλλά εμείς – για παράδειγμα –  στο Γενικό Λύκειο και στο 1ο Γυμνάσιο, είχαμε μια κατανάλωση της τάξεως των 300 λίτρων την ημέρα. Αν αυτό το μεταφράσουμε σε χρήματα με τις σημερινές τιμές, είναι περίπου 600€ την μέρα. Με την αντλία θερμότητας και τα panels, αυτό έχει ισορροπήσει. Αυτό βέβαια είναι σχετικό, αλλά σίγουρα δεν δημιουργεί αδιέξοδο. Το ίδιο  και στα Δημοτικά Σχολεία (5ο, 4ο, 2ο) που έχει γίνει ενεργειακή αναβάθμιση. Το ενεργειακό κόστος (με την μορφή του ηλεκτρισμού) είναι ένα ζήτημα, αλλά αρκετοί Δήμοι κάναμε διορθωτικές κινήσεις. Από την άλλη μεριά όμως υπάρχει το καύσιμο και τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η κρίση των καυσίμων θα συνεχιστεί και ο Χειμώνας θα μας βρει με αυτή και θα ολοκληρωθεί ίσως αυτό το κομμάτι με αυτήν την κρίση. Πρέπει να βρεθεί τρόπος εξοικονόμησης, αφού τρόπος για μείωση των τιμών, όπως δείχνει το πράγμα, δεν υπάρχει. Όταν το καύσιμο που πριν από τρία χρόνια πληρώναμε 12.000 – 13.000€ – 14.000€ το μήνα, ξαφνικά έχει πάει στις 40.000€ το μήνα, χωρίς να μπουν φορολογίες και να μεταφερθεί το κόστος στους δημότες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δημιουργεί μια δυσφορία στα οικονομικά μας. Όταν αυτό το όριο ξεπεραστεί ακόμη περισσότερο και αφού έχουμε περιορίσει πάρα πολλά πράγματα πλέον, είναι να μειώνουμε κάποιες υπηρεσίες, όπως είναι, για παράδειγμα, η δυνατότητα αποκομιδής, που έχει ένα μεγάλο κόστος. Ναι μεν τον χειμώνα μειώνονταν αφού δεν είναι ίδια με την θερινή περίοδο, αλλά σίγουρα προσπαθείς να βρεις έναν τρόπο να εξοικονομήσεις καύσιμα με λιγότερες κινήσεις»

ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΤΑΠΕΞΕΛΘΟΥΜΕ

Ο κος Μιχαηλίδης, συνέχισε εκφράζοντας την ανησυχία του για το τι μέλλει γενέσθαι, αν δεν υπάρξουν κινήσεις οικονομικών ενισχύσεων από την κεντρική κυβέρνηση, τονίζοντας ότι:

«Γενικά, αν δεν υπάρξει χρηματοδότηση, αφού δεν είμαστε οικονομικά αυτόφωτοι, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ανταπεξέλθουμε. Και επαναλαμβάνω ότι – παρά το ότι μπορεί κάποιοι να το θεωρούν δεδομένο αυτό και ίσως για αυτόν τον λόγο να μην μας χρηματοδοτούν με έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις κλπ – δεν πρόκειται να μπούμε στην λογική να κάνουμε αυξήσεις. Από εκεί και πέρα είναι βέβαιο ότι αν δεν υπάρχουν παρεμβάσεις, θα έχουμε δυσμενείς εξελίξεις. Είναι πολύ δύσκολα ζητήματα και βέβαια και ζητήματα τα οποία στο Συνέδριο της ΚΕΔΕ (5-7 Νοεμβρίου στην Καλαμάτα) θα έχουμε και εκεί την δυνατότητα, συνολικά από όλες τις ΠΕΔ, να τοποθετηθούμε ως Πρόεδροι εκφράζοντας το σύνολο των ανησυχιών των Δημάρχων. Μέσα στον τρέχοντα μήνα επίσης θα έχουμε ένα Συμβούλιο όπου οι Δήμαρχοι της ΠΕΔ θα συζητήσουμε αυτό το σοβαρό θέμα που έχετε βάλει, αλλά και πολλά άλλα που έχουν σχέση και με τον νέο Κώδικα, ώστε οι θέσεις μας, οι διεκδικήσεις μας, οι απαιτήσεις μας και η φωνή μας, να ακουστούν ισχυρές και δυνατές και όχι απλά διεκδικητικές για να πούμε κάτι,  αλλά επειδή η ανάγκη και οι καιροί το απαιτούν. Το που θα βρεθούν χρήματα και πως αυτά θα κατανεμηθούν, είναι ευθύνη αυτών που διοικούν σήμερα -που έχουν την δυνατότητα του νομοθετικού έργου αλλά και την δυνατότητα διαχείρισης της ευρύτερης οικονομίας της περιοχής μας – να βρουν λύσεις».

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, ΑΛΛΑ… ΤΙΠΟΤΑ ΑΚΟΜΑ

Κλείνοντας, ο Πρόεδρος της ΠΕΔ ΑΜΘ, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι οι συζητήσεις κάποτε τελειώνουν και πρέπει να ξεκινήσει η δράση:

«Αντιλαμβανόμαστε το διεθνές περιβάλλον και την στενότητα που υπάρχει, αλλά από την άλλη θα πρέπει να ξέρουν όλοι ότι εμείς είμαστε οι μοναδικοί εναπομείναντες αποδέκτες όλων των κοινωνικών ζητημάτων, προβλημάτων, αντιδράσεων και άμεσης επικοινωνίας, αφού μόνο οι Δήμοι έχουν πλέον την δυνατότητα να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Και φυσικά μέσα από αυτόν τον ρόλο, προσπαθούμε με πνεύμα συνεργασίας – και με περισσότερη διάθεση επικοινωνίας – να μεταφέρουμε όλα αυτά τα ζητήματα ως προτεραιότητες στην κυβέρνηση και στην κεντρική διοίκηση. Από εκεί και πέρα, δεν σημαίνει ότι όλο αυτό μπορεί να μας βρίσκει μονίμως στην διαδικασία των συζητήσεων. Θα πρέπει, εφόσον αυτό το ζήτημα δεν φαίνεται να έχει την δέουσα βαρύτητα, να προχωρήσουμε και στην δράση.

Από τον Αύγουστο, περιμέναμε να έρθει μια έκτακτη οικονομική επιχορήγηση, όπως είχαν υποσχεθεί στο προεδρείο της ΚΕΔΕ. Θα έρχονταν τον Σεπτέμβριο, αλλά έχουμε Οκτώβριο και ακόμη δεν υπάρχει τίποτα. Γενικά υπάρχει ένα αδιέξοδο την εξέλιξη του οποίου θα δούμε…»

«Θ»