Κυβερνητική πίεση σε τράπεζες και servicers για «ξεκλείδωμα» χιλιάδων ακινήτων – Διπλός φόρος στα αδρανή

Με διπλάσιο ΕΝΦΙΑ θα επιβαρυνθούν το 2026 οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων (servicers) για τα ακίνητα που διατηρούν κλειστά στα χαρτοφυλάκιά τους, σε μια συγκυρία κατά την οποία η στεγαστική κρίση εντείνεται.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 8.300 ακίνητα, ενώ οι servicers άλλα 11.000, εκ των οποίων περίπου 7.000 είναι οικιστικά. Το συνολικό κόστος από την επιβολή του διπλού φόρου εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 20 εκατ. ευρώ.
Τα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ με την προσαύξηση κατά 100% αναμένεται να αποσταλούν έως τα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς από το τρέχον έτος ενεργοποιείται η σχετική διάταξη, η οποία θα παραμείνει σε ισχύ έως και το 2028.

Πού θα κατευθυνθούν τα έσοδα
Τα έσοδα που θα προκύψουν από το μέτρο θα κατευθυνθούν σε δράσεις ενίσχυσης της στεγαστικής πολιτικής, με στόχο τη στήριξη της αγοράς κατοικίας.
Μέσω της επιβολής του διπλού ΕΝΦΙΑ, η κυβέρνηση επιχειρεί να «ξεκλειδώσει» χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν εκτός αγοράς, αυξάνοντας την προσφορά στέγης και περιορίζοντας τις έντονες πιέσεις στα ενοίκια.

Ο ρόλος της ΑΑΔΕ
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων έχει ήδη συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία τόσο από τις δηλώσεις Ε9 όσο και από τα μητρώα των τραπεζών, προκειμένου να εντοπίσει ποια ακίνητα παρέμειναν κλειστά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 — ημερομηνία που αποτελεί τη βάση υπολογισμού για τον ΕΝΦΙΑ του 2026.
Για να αποφευχθεί η προσαύξηση του φόρου, το ακίνητο θα πρέπει να έχει ενοικιαστεί ή χρησιμοποιηθεί για τουλάχιστον έξι μήνες εντός του έτους.

Τα κριτήρια εφαρμογής
Οι τεχνικές λεπτομέρειες του μέτρου αναμένεται να καθοριστούν με υπουργική απόφαση.
Μεταξύ άλλων, θα διευκρινιστούν τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα ακίνητο θα χαρακτηρίζεται «κλειστό», οι διαδικασίες δήλωσης της ενοικίασης, καθώς και πιθανές εξαιρέσεις για ειδικές περιπτώσεις — όπως ακίνητα υπό ανακαίνιση ή σε περιοχές με περιορισμένη εμπορική ζήτηση.

Κρίσιμη η απογραφή
Η πρώτη καταγραφή της ΑΑΔΕ αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια το απόθεμα ακινήτων που διατηρεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δίνοντας στην κυβέρνηση ένα εργαλείο παρακολούθησης και αξιολόγησης της αγοράς.
Στελέχη του υπουργείου Οικονομικών επισημαίνουν ότι στόχος είναι η σύνδεση της φορολογίας με την κοινωνική και οικονομική αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, στέλνοντας το μήνυμα πως τα ακίνητα δεν μπορούν να παραμένουν επ’ αόριστον αδρανή.